Το Κοπίδι του Δαυίδ

52.00

Η ιστορία του κοπιδιού

   Ο Δαβίδ ήταν ένας από τους πρώτους μεγάλους μύστες. Η τέχνη του ήταν η θεουργία, η τέχνη του Θεού. Μια δύσκολη και απαιτητική μαγική τέχνη μέσω της οποίας ο μύστης, έρχεται σε επαφή με τους αγγέλους και τα ανώτερα πνεύματα του σύμπαντος και υποτάσσει τους δαίμονες. Οι θεουργοί αποκτούσαν την σοφία και την μαγική τους γνώση απευθείας από τους ίδιους τους αγγέλους, με του οποίους έρχονταν σε επαφή. Έτσι συνέβη και με τον Δαβίδ που έκρυψε την δική του μαγική γνώση μέσα στους ψαλμούς και σε άλλα ιερά κείμενα. Η τέχνη της θεουργίας ανήκει στην τελετουργική μαγεία .Απαιτεί δηλαδή συγκεκριμένες τελετουργίες αλλά και πολλά μαγικά αντικείμενα, που φτιάχνονταν από τον μύστη, κάτω από συγκεκριμένες αστρολογικές φάσεις. Ένα από αυτά τα αντικείμενα ήταν και το κοπίδι του Δαβίδ. Η αρχική του χρήση, ήταν να υποτάσσει τους δαίμονες αλλά και να κατατροπώνει τους εχθρούς. Να κόβει τις αρνητικές ενέργειες. Πάνω του ήταν σκαλισμένα θεϊκά ονόματα, μυστηκιστικά σύμβολα και σφραγίδες μεγάλων πνευμάτων.Αυτή η γνώση και τα μαγικά σύνεργα,μαζί με το κοπίδι,πέρασαν από τον Δαβίδ στον γιό του τον Σολομώντα, που έμελε να γίνει ένας από τους γνωστότερους μάγους-θεουργούς. Ο Σολομώντας χρησιμοποίησε την μαγική τέχνη του πατέρα του για να έρθει σε επαφή με τους αγγέλους και να μάθει τα μυστικά του σύμπαντος. Εκείνοι του χάρισαν σοφία και του δίδαξαν τον τρόπο να υποτάσσει όλους τους δαίμονες και πως να κάνει μαγικά θαύματα. Σαν αντάλλαγμα για το δώρο σοφίας, ο Σολομώντας κάλεσε έναν προς έναν όλους τους δαίμονες, μεγάλους και μικρούς και τους διέταξε να χτίσουν έναν μεγάλο ναό προς τιμήν του Θεού.Το ναό του Σολομώντος. Στην επαφή του με τους δαίμονες όμως, ένας από αυτούς προέβλεψε την πτώση του Σολομώντα και το τέλος του. Τότε ο Σολομώντας, αποφάσισε να καταγράψει όλη του την γνώση και την γνώση που έλαβε από τον πατέρα του.
   Τα βιβλία αυτά που περιγράφουν την σοφία και την τέχνη του Σολομώντα, ονομάστηκαν σολομωνική. Από εκεί προέρχεται και η περιγραφή του «κοπιδιού με την μαύρη πέτρα».
   Ο Δαβίδ και ο Σολομώντας, χρησιμοποιούσαν αυτό το κοπίδι για να υποτάξουν τους δαίμονες, αλλά και ως βασιλείς για να κατακεραυνώσουν τους εχθρούς τους. Το κοπίδι είναι ουσιαστικά, μια μικρογραφία του μαγικού ξίφους που είχαν στην κατοχή τους οι δύο μύστες. Η μαύρη πέτρα που είναι στερεωμένη πάνω του,είναι οψιδιανός .Η μαύρη αυτή πέτρα ,ειχε την δύναμη να απορροφά την αρνητικότητα αλλά και να την συγκεντρώνει ενάντια στους εχθρούς. Η ιερείς των Αζντέκων γνώριζαν από πολύ παλιά την δύναμη της μαύρης πέτρας, γιαυτό και την έδεναν στην άκρη των μαγικών τους ραβδιών, αλλά και την σκάλιζαν φτιάχνοντας θανατηφόρα βέλη για τους πολεμιστές.

Το «κοπίδι του χωρισμού»

   Το κοπίδι λοιπόν, εξαπλώθηκε στον μαγικό κόσμο μέσω της διαθήκης του Σολομώντα και χρησιμοποιήθηκε από μύστες και μάγους ανά τον κόσμο. Γιαυτό και σε κάθε πλευρά του κόσμου συναντάμε και από μια παραλλαγή του κοπιδιού. Οι μάγοι το χρησιμοποιούσαν για τα πνεύματα και τον πόλεμο. Οι μάγισσες όμως καμιά αγάπη δεν είχαν για τον πόλεμο. Εκείνες τις ένοιαζε ο έρωτας, το πάθος και η γέννηση. Γιαυτό το κοπίδι στα χέρια τους, ήταν για να διώξουν την αρνητικότητα, να χωρίσουν και να κόψουν τους ανεπιθύμητους δεσμούς. Το κοπίδι ήταν για να διώξουν τις ερωτικές αντίζηλους και να κερδίσουν πίσω τον εραστή.
   Το κοπίδι έπρεπε να διαβαστεί με την σκοτεινή σελήνη. Την στιγμή δηλαδή που το φεγγάρι έχει σβήσει εντελώς από τον ουρανό. Την στιγμή που η νύχτα είναι μαύρη σαν την πέτρα του.
   Η μάγισσα τότε βούταγε το κοπίδι μέσα σε μια κούπα ξίδι και το έβγαζε κάτω από τον σκοτεινό ουρανό για να στεγνώσει. Όσο το κοπίδι στέγνωνε, διάβαζε πάνω του τον εξορκισμό τρείς φορές:
«Σε ξορκίζω ξίφος, με το όνομα Ιόδ Χέ Βάυ Χέ και στο όνομα του Δαβίδ και Σολομώντος του Σοφού και με την δύναμη των τριών Μάγων Γασπάρ, Μελχιόρ και Βαλτάζαρ, να χρησιμεύσεις σε μένα την… γέννα της… σαν δύναμη και άμυνα σ’όλες τις μαγικές εργασίες, ενάντια σε όλους μου τους εχθρούς, ορατούς και αόρατους. Ξορκίζω το λεπίδι σου στο σκοτάδι του φεγγαριού. Και με το ιερό και αδιαίρετο όνομα Ελ, και το ποτίζω με την δύναμη να διαιρεί, να κόβει και να κατακερματίζει, κάθε κακό και κάθε άνομο δεσμό, δέσιμο και αμπόδεμα για μένα την… γέννα της…»
   Τρείς φορές διάβαζε το κοπίδι με τον ψαλμό και έπειτα το κράταγε πάνω από το κεφάλι της με τα δυό της χέρια. Κράταγε το κοπίδι από την λαβή δείχνοντας με την μύτη του τον ουρανό και έλεγε:
«Όπως στον ουρανό…»
   Γύρναγε το κοπίδι προς τα κάτω και κάρφωνε το κοπίδι σε μαλακό χώμα ή στο χώμα μιας γλάστρας:
«..Έτσι και στην γή».
   Έπειτα το άφηνε εκεί όσο διαρκούσε η νύχτα της σκοτεινής σελήνης. Η νύχτα δηλαδή πρίν την Νέα Σελήνη και το ξημέρωμα πριν βγεί ο ήλιος το μάζευε και το έκρυβε στο κουτάκι του.

Κατηγορία:

Περιγραφή

Η ιστορία του κοπιδιού

   Ο Δαβίδ ήταν ένας από τους πρώτους μεγάλους μύστες. Η τέχνη του ήταν η θεουργία, η τέχνη του Θεού. Μια δύσκολη και απαιτητική μαγική τέχνη μέσω της οποίας ο μύστης, έρχεται σε επαφή με τους αγγέλους και τα ανώτερα πνεύματα του σύμπαντος και υποτάσσει τους δαίμονες. Οι θεουργοί αποκτούσαν την σοφία και την μαγική τους γνώση απευθείας από τους ίδιους τους αγγέλους, με του οποίους έρχονταν σε επαφή. Έτσι συνέβη και με τον Δαβίδ που έκρυψε την δική του μαγική γνώση μέσα στους ψαλμούς και σε άλλα ιερά κείμενα. Η τέχνη της θεουργίας ανήκει στην τελετουργική μαγεία .Απαιτεί δηλαδή συγκεκριμένες τελετουργίες αλλά και πολλά μαγικά αντικείμενα, που φτιάχνονταν από τον μύστη, κάτω από συγκεκριμένες αστρολογικές φάσεις. Ένα από αυτά τα αντικείμενα ήταν και το κοπίδι του Δαβίδ. Η αρχική του χρήση, ήταν να υποτάσσει τους δαίμονες αλλά και να κατατροπώνει τους εχθρούς. Να κόβει τις αρνητικές ενέργειες. Πάνω του ήταν σκαλισμένα θεϊκά ονόματα, μυστηκιστικά σύμβολα και σφραγίδες μεγάλων πνευμάτων.Αυτή η γνώση και τα μαγικά σύνεργα,μαζί με το κοπίδι,πέρασαν από τον Δαβίδ στον γιό του τον Σολομώντα, που έμελε να γίνει ένας από τους γνωστότερους μάγους-θεουργούς. Ο Σολομώντας χρησιμοποίησε την μαγική τέχνη του πατέρα του για να έρθει σε επαφή με τους αγγέλους και να μάθει τα μυστικά του σύμπαντος. Εκείνοι του χάρισαν σοφία και του δίδαξαν τον τρόπο να υποτάσσει όλους τους δαίμονες και πως να κάνει μαγικά θαύματα. Σαν αντάλλαγμα για το δώρο σοφίας, ο Σολομώντας κάλεσε έναν προς έναν όλους τους δαίμονες, μεγάλους και μικρούς και τους διέταξε να χτίσουν έναν μεγάλο ναό προς τιμήν του Θεού.Το ναό του Σολομώντος. Στην επαφή του με τους δαίμονες όμως, ένας από αυτούς προέβλεψε την πτώση του Σολομώντα και το τέλος του. Τότε ο Σολομώντας, αποφάσισε να καταγράψει όλη του την γνώση και την γνώση που έλαβε από τον πατέρα του.
   Τα βιβλία αυτά που περιγράφουν την σοφία και την τέχνη του Σολομώντα, ονομάστηκαν σολομωνική. Από εκεί προέρχεται και η περιγραφή του «κοπιδιού με την μαύρη πέτρα».
   Ο Δαβίδ και ο Σολομώντας, χρησιμοποιούσαν αυτό το κοπίδι για να υποτάξουν τους δαίμονες, αλλά και ως βασιλείς για να κατακεραυνώσουν τους εχθρούς τους. Το κοπίδι είναι ουσιαστικά, μια μικρογραφία του μαγικού ξίφους που είχαν στην κατοχή τους οι δύο μύστες. Η μαύρη πέτρα που είναι στερεωμένη πάνω του,είναι οψιδιανός .Η μαύρη αυτή πέτρα ,ειχε την δύναμη να απορροφά την αρνητικότητα αλλά και να την συγκεντρώνει ενάντια στους εχθρούς. Η ιερείς των Αζντέκων γνώριζαν από πολύ παλιά την δύναμη της μαύρης πέτρας, γιαυτό και την έδεναν στην άκρη των μαγικών τους ραβδιών, αλλά και την σκάλιζαν φτιάχνοντας θανατηφόρα βέλη για τους πολεμιστές.

Το «κοπίδι του χωρισμού»

   Το κοπίδι λοιπόν, εξαπλώθηκε στον μαγικό κόσμο μέσω της διαθήκης του Σολομώντα και χρησιμοποιήθηκε από μύστες και μάγους ανά τον κόσμο. Γιαυτό και σε κάθε πλευρά του κόσμου συναντάμε και από μια παραλλαγή του κοπιδιού. Οι μάγοι το χρησιμοποιούσαν για τα πνεύματα και τον πόλεμο. Οι μάγισσες όμως καμιά αγάπη δεν είχαν για τον πόλεμο. Εκείνες τις ένοιαζε ο έρωτας, το πάθος και η γέννηση. Γιαυτό το κοπίδι στα χέρια τους, ήταν για να διώξουν την αρνητικότητα, να χωρίσουν και να κόψουν τους ανεπιθύμητους δεσμούς. Το κοπίδι ήταν για να διώξουν τις ερωτικές αντίζηλους και να κερδίσουν πίσω τον εραστή.
   Το κοπίδι έπρεπε να διαβαστεί με την σκοτεινή σελήνη. Την στιγμή δηλαδή που το φεγγάρι έχει σβήσει εντελώς από τον ουρανό. Την στιγμή που η νύχτα είναι μαύρη σαν την πέτρα του.
   Η μάγισσα τότε βούταγε το κοπίδι μέσα σε μια κούπα ξίδι και το έβγαζε κάτω από τον σκοτεινό ουρανό για να στεγνώσει. Όσο το κοπίδι στέγνωνε, διάβαζε πάνω του τον εξορκισμό τρείς φορές:
«Σε ξορκίζω ξίφος, με το όνομα Ιόδ Χέ Βάυ Χέ και στο όνομα του Δαβίδ και Σολομώντος του Σοφού και με την δύναμη των τριών Μάγων Γασπάρ, Μελχιόρ και Βαλτάζαρ, να χρησιμεύσεις σε μένα την… γέννα της… σαν δύναμη και άμυνα σ’όλες τις μαγικές εργασίες, ενάντια σε όλους μου τους εχθρούς, ορατούς και αόρατους. Ξορκίζω το λεπίδι σου στο σκοτάδι του φεγγαριού. Και με το ιερό και αδιαίρετο όνομα Ελ, και το ποτίζω με την δύναμη να διαιρεί, να κόβει και να κατακερματίζει, κάθε κακό και κάθε άνομο δεσμό, δέσιμο και αμπόδεμα για μένα την… γέννα της…»
   Τρείς φορές διάβαζε το κοπίδι με τον ψαλμό και έπειτα το κράταγε πάνω από το κεφάλι της με τα δυό της χέρια. Κράταγε το κοπίδι από την λαβή δείχνοντας με την μύτη του τον ουρανό και έλεγε:
«Όπως στον ουρανό…»
   Γύρναγε το κοπίδι προς τα κάτω και κάρφωνε το κοπίδι σε μαλακό χώμα ή στο χώμα μιας γλάστρας:
«..Έτσι και στην γή».
   Έπειτα το άφηνε εκεί όσο διαρκούσε η νύχτα της σκοτεινής σελήνης. Η νύχτα δηλαδή πρίν την Νέα Σελήνη και το ξημέρωμα πριν βγεί ο ήλιος το μάζευε και το έκρυβε στο κουτάκι του.